ΦΙΟΡΔ (FJORD)

ΔΕΥΤΕΡΑ 21/9/2026 – ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΣ ΡΙΟ 3, ΩΡΑ 8:00 Μ.Μ.

Η προσαρμογή της οικογένειας Γκεοργκίου από τη Ρουμανία στη Νορβηγία μοιάζει απλή και ομαλή, μέχρι που η δασκάλα παρατηρεί μελανιές στο σώμα της έφηβης κόρης. Για να εξακριβώσουν αν τα σημάδια είναι αποτέλεσμα κακοποίησης, οι νορβηγικές αρχές απομακρύνουν με συνοπτικές διαδικασίες και τα τέσσερα παιδιά από τους θρησκευόμενους γονείς τους, απαγορεύοντας κάθε επικοινωνία μεταξύ τους. Με την ταινία του «Φιόρδ», ο Κρίστιαν Μούντζιου αμφισβητεί και τα ρευστά κριτήρια με τα οποία ιεραρχούνται τα κοινωνικά συστήματα, οι πεποιθήσεις και, τελικά, οι ζωές των ανθρώπων, κερδίζοντας τον φετινό Χρυσό Φοίνικα στις Κάννες.

«Δύο πολιτισμοί επιχειρούν… πολιτισμένα τη συνύπαρξη και γρήγορα έρχονται σε πικρή ρήξη: ο Κρίστιαν Μουντζίου μάς προκαλεί να πάρουμε θέση μόνο έπειτα από ώριμη σκέψη, γιατί το ‘Φιόρδ’»’, με το οποίο κέρδισε τον δεύτερό του Χρυσό Φοίνικα στο φετινό Φεστιβάλ Καννών (ίσως στο νήμα με τον ‘Μινώταυρο’ του Αντρέι Ζβιάγκιντσεφ), δεν μοιάζει καθόλου με τα συνοπτικών διαδικασιών δικαστήρια και τα εξίσου πρόχειρα εκτελεστικά αποσπάσματα των σχολίων στα social και λοιπά media, και μάλιστα σε βαθμό παρεξήγησης. Ο ορισμός του φονταμενταλισμού είναι η προσκόλληση στο δόγμα, η ακλόνητη πεποίθηση ότι κατέχουμε την αλήθεια απέναντι στη διαφορετική άποψη και τη θεωρία των άλλων. Δογματικός ωστόσο μπορεί να είναι και ο φερόμενος ως προοδευτικός, αν δεν ακούσει καν τα επιχειρήματα των απέναντι, ειδικά αν εμπλέκεται το στοιχείο της προσβολής – της προσωπικότητας ή των πιστεύω του. Το δίλημμα είναι λεπτό και η καβάντζα της σιγουριάς, όσο βαθαίνει το χάσμα της ανατολικής με τη δυτική σκέψη, δεν εγγυάται την αλάθητη υπεροχή του προχωρημένου έναντι του οπισθοδρομικού. Στην πρώτη του ταινία εκτός Ρουμανίας, με διεθνές καστ, ο Μουντζίου έχει το δικαίωμα, βάσει της καλλιτεχνικής του διαδρομής και της κριτικής του στάσης προς το τέρας της αυθαίρετης εξουσίας, να το εκφράζει, και το κάνει διεξοδικά και στοχαστικά, εμπνεόμενος από πραγματικές ιστορίες.

Η Νορβηγίδα Λίσμπετ έρχεται να εγκατασταθεί σε ένα παράκτιο χωριό της χώρας της, μαζί με τον Ρουμάνο σύζυγό της Μιχάι Γκεοργκίου και τα πέντε παιδιά τους. Εκδορές στον λαιμό της κόρης τους κινούν υποψίες στους εκπαιδευτές και έπειτα από πολύ συνοπτικές διαδικασίες, η Πρόνοια ειδοποιείται από το σχολείο και ο φορέας προστασίας ανηλίκων απομακρύνει τα παιδιά σε προσωρινές ανάδοχες οικογένειες, ακόμη και το νεογέννητο που η Λίσμπετ θηλάζει, μέχρι να ολοκληρωθεί η έρευνα και να προχωρήσει η διαδικασία ως τη δίκη. Θεοσεβούμενοι χριστιανοί, που έχουν προλάβει να οργανωθούν και να εκδηλώσουν την πίστη τους στη μικρή κοινότητα, οι Γκεοργκίου αδυνατούν να πουν ψέματα και ομολογούν πως σε μερικές περιπτώσεις έχουν δείρει τα δύο μεγαλύτερα παιδιά τους, για παραδειγματισμό, αρνούμενοι ωστόσο να παραδεχτούν πως χρησιμοποίησαν βία. Στο νορβηγικό νομικό και αξιακό σύστημα, οι πράξεις αυτές συνιστούν αυτόματα κακοποίηση και ακόμη και η ελάχιστη απώθηση ή το σκαμπίλισμα στα πισινά, που συνήθιζαν οι «παλιοί», αντιμετωπίζονται με μηδενική ανοχή. Αναγκασμένο να ακολουθήσει ό,τι ορίζει ο νόμος στη χώρα που το φιλοξενεί, το ζεύγος συμμορφώνεται απρόθυμα, αλλά από ένα σημείο κι έπειτα ο Μιχάι αποφασίζει να κινητοποιήσει συμπατριώτες και ομοϊδεάτες για να τον στηρίξουν σε ό,τι εκείνος θεωρεί ασήμαντη αφορμή για να του στερήσουν τα παιδιά του (και ενδεχομένως να τον στείλει στη φυλακή), βρίσκοντας στην πορεία μια απρόσμενη σύμμαχο, που τον υπερασπίζεται εξετάζοντας, ανάμεσα στα άλλα, αν τα σημάδια στο σώμα της μικρής, προκλήθηκαν όντως από χτυπήματα ή από αθλητικές δραστηριότητες.

Το πραγματικό ζήτημα ωστόσο είναι το βαθύ χάσμα –σαν το φιόρδ που χωρίζει δύο τεράστιους, αμετακίνητους ορεινούς όγκους– ανάμεσα σε δύο κουλτούρες, την εκκοσμικευμένη σκανδιναβική κοινωνία, ακόμη και στην επαρχιακή εκδοχή της, και τις παραδοσιακές συνήθειες της ανατολικής Ευρώπης που προσαρμόζονται σε επιφανειακό επίπεδο, μόνο κάτω από το πέπλο μιας τυπικής ευγένειας, που δεν αλλάζει τα ακλόνητα ήθη και έθιμα όταν κλείσει η πόρτα. Το κλειδί της προσέγγισης της οικογένειας Γκεοργκίου με τους νέους συμπολίτες τους είναι η ατίθαση κόρη των γειτόνων, μια κοπέλα που μεταδίδει το αμαρτωλό μικρόβιο των social media στα πειθαρχημένα παιδιά που προσεύχονται ευλαβικά, αλλά συγκινείται από την πνευματικότητά τους, ουσιαστικά αλλά και υπερβατικά, όπως μας ξαφνιάζει η ταινία σε δυο μικρές αλλά κρίσιμης σημασίας σκηνές. Κι ενώ ο θεατής φαίνεται να παίρνει από την αρχή το μέρος της μιας ή της άλλης πλευράς, ανάλογα με τα πιστεύω του, θα μπει στον πειρασμό να μετακινηθεί από τη θέση του, κυρίως λόγω του σεναρίου του βραβευμένου με Χρυσό Φοίνικα Κριστιάν Μουντζίου και των πειστικότατων ερμηνειών της Ρενάτε Ρέινσβε, του (ρουμανικής καταγωγής, να υπενθυμίσουμε) Σεμπάστιαν Σταν και της Λίσα Κάρλεχεντ στον ρόλο της δικηγόρου χωρίς παρωπίδες.» (Κριτική του Θοδωρή Κουτσογιαννόπουλου για τη lifo.gr)

Σκηνοθεσία & σενάριο: Κρίστιαν Μουντζίου Φωτογραφία: Τούντορ Βλαντίμιρ Παντούρου Μοντάζ: Μίρτσεα Ολτεάνου Μουσική: Κάσπαρ Κόε Πρωταγωνιστούν: Σεμπάστιαν Σταν, Ρενάτε Ράινσβε κ.ά. Διάρκεια: 146 λεπτά Γλώσσα: Αγγλικά, ρουμάνικα με ελληνικούς υπότιτλους Παραγωγή: Ρουμανία, Γαλλία, 2026, Εγχρωμο


Ανακάλυψε περισσότερα από Κινηματογραφικη Λεσχη Λεμεσου

Εγγραφείτε για να λαμβάνετε τις τελευταίες αναρτήσεις στο email σας.