SIRAT

ΔΕΥΤΕΡΑ 27/4/2026 – ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΣ ΡΙΟ 3, ΩΡΑ 8:15 Μ.Μ.

Ο μεσήλικας Λουίς διασχίζει την καυτή έρημο μαζί με τον μικρό του γιο και το σκυλί τους, αναζητώντας ανάμεσα σε νομάδες ρέιβερ την έφηβη κόρη του Μαρ, που αγνοείται εδώ και μήνες. Κάπου κοντά μαίνεται ο πόλεμος και ενώ τα καραβάνια των προσφύγων διασταυρώνονται με τα βανάκια των ρέιβερ, ο Λουίς οδηγείται στο επόμενο ρέιβ πάρτι με την ελπίδα ότι κάπου εκεί θα συναντήσει τη Μαρ. Η ταινία του Όλιβερ Λάσε, που έκανε πάταγο στο σινεφίλ κοινό, κέρδισε το Βραβείο της Επιτροπής του Φεστιβάλ Καννών, καθώς και υποψηφιότητες στις Χρυσές Σφαίρες, τα Ευρωπαϊκά Βραβεία Κινηματογράφου και τα Όσκαρ.

«Eνδεχομένως να έχετε ήδη ακούσει κάτι για το “Sirāt“, τη βραβευμένη στις Κάννες και με σειρά άλλων διακρίσεων ισπανική ταινία που είναι υποψήφια για όσκαρ διεθνούς ταινίας αλλά και για όσκαρ ήχου. Πατέρας αναζητά την κόρη του στις ερήμους του Μαρόκου, σε μεγάλα rave πάρτι που στήνονται εκεί. Δεν ανήκει εκεί, δεν ανήκει ανάμεσα στους ravers. Και μάλιστα κουβαλάει μαζί του τον δωδεκάχρονο γιο του και το σκυλάκι τους, που αυτοί κι αν δεν ανήκουν εκεί. Και προφανώς θεωρεί ότι oύτε η κόρη του ανήκει εκεί και θέλει να την εντοπίσει και να την πείσει να γυρίσει πίσω μαζί τους. Ανήκουν όμως άραγε οι ravers εκεί; Επαναλαμβάνω τη λέξη «εκεί», αλλά είναι κάπως κλειδί. Δεν βρίσκονται εδώ, βρίσκονται εκεί. Δεν είναι ντόπιοι, είναι Ευρωπαίοι. Παρτάρουν νυχθημερόν, ενώ την ίδια ώρα έχει ξεκινήσει στην περιοχή μια ένοπλη σύγκρουση, με αποτέλεσμα καραβάνια προσφύγων. Οι ντόπιοι φεύγουν από τα σπίτια τους πηγαίνοντας προς μια κατεύθυνση, οι ravers πηγαίνουν προς την αντίθετη, καθ’ οδόν για το επόμενο πάρτι. Και ακόμα χειρότερα, οι πολεμικές εντάσεις δεν είναι μόνο εγχώριες. Στο ραδιόφωνο του φορτηγού τους ακούνε ότι η παγκόσμια ένταση έχει κλιμακωθεί κι όλος ο κόσμος έχει χωριστεί σε δύο πολεμικά στρατόπεδα. 

Στο σινεμά η ταινία κάνει διάλειμμα και τη συζητάω με τον φίλο με τον οποίο τη βλέπω. Είμαστε κι οι δύο εντυπωσιασμένοι απ’ ό,τι έχουμε δει στο πρώτο μέρος. Του κάνω μια εκτίμηση, όχι βέβαια για το πώς ακριβώς θα τελειώσει, αλλά πάντως για το προς τα πού θα το πάει, όχι βέβαια για το τι ακριβώς θα γίνει, αλλά πάντως για το πλαίσιο εντός του οποίου θα κινηθεί αυτό που πρόκειται να γίνει. Έχει μερικούς κανόνες η αφήγηση των ιστοριών (και όχι μόνο των κινηματογραφικών), το πώς θα τους αντιμετωπίσουν παύλα αξιοποιήσουν οι σκηνοθέτες κάνει πάντα πολύ μεγάλη διαφορά, πάντως υπάρχει ένας οδικός χάρτης. Το “Sirāt“όμως ξαναξεκινά και σαν να μην έφτανε ότι στο πρώτο μέρος του σε είχε υποβάλλει σε μια πολύ έντονη εμπειρία, στο δεύτερο μέρος του διαλύει κάθε πρόβλεψη, κάθε εκτίμηση, κάθε προσδοκία. Σε αφήνει με το στόμα ανοιχτό, σε κάνει να μετακινείσαι στη θέση σου, προκειμένου να αντιδράσεις και κάπως σωματικά μπροστά σε αυτό που μόλις είδες. Τουλάχιστον δύο φορές. Βασικά παραπάνω από δύο, αλλά οι δύο είναι αναμφισβήτητες. Δεν το βλέπεις να έρχεται. Όχι, δεν το βλέπεις, δεν είσαι προετοιμασμένος για αυτό, για άλλα είχες προετοιμαστεί. Αν λοιπόν είστε ανάμεσα σε εκείνους που κάτι έχετε ακούσει για το “Sirāt“, θα έχετε ακούσει ότι σας περιμένει κάτι πολύ δυνατό. Ισχύει. Και βάλε. 

Και επειδή μόλις την προηγούμενη εβδομάδα είχα εκφράσει το στράβωμά μου με τη συναισθηματική χειραγώγηση του «Άμνετ», οφείλω να αναρωτηθώ: είναι άραγε πολύ διαφορετικό αυτό που συμβαίνει εδώ; Δεν θα μπορούσα να βρω κι εδώ ενστάσεις για όσα σοκαριστικά συμβαίνουν; Δεν είναι ότι συμβαίνουν από μόνα τους, δεν είναι ότι συμβαίνουν στα αλήθεια, ο Όλιβερ Λάσε τα σκέφτηκε και τα αποτύπωσε, χειραγωγώντας μας κι αυτός με τη σειρά του. Δεν μπορείς εν πάση περιπτώσει να καταλογίσεις κι εδώ μια κάποια ευκολία, ένα κάποιο κλέψιμο; Γιατί το έκανα στο «Άμνετ», ενώ στο “Sirāt” κουμπώνω τόσο πολύ; Μπορώ αν χρειαστεί να επιχειρηματολογήσω, δεν είναι τόσο θολή η διάκριση στο μυαλό μου, θα προτιμήσω πάντως να παραδεχτώ ότι οι σχέσεις μας με τις ταινίες, σαν τις σχέσεις μας με τους ανθρώπους, διέπονται κι από έναν βαθμό χημείας ή αλλιώς αυθαιρεσίας: κάτι σου ταιριάζει και σε κάτι κλωτσάς. Αν όμως αυτά είναι υποκειμενικά, το αντικειμενικό και αναμφισβήτητο είναι ότι εδώ τα σοκ που σου επιφυλάσσει ο Λάσε είναι τόσο απότομα, ώστε επιδρούν πάνω σου με έναν τρόπο που δεν φαντάζεσαι. Γιατί ακόμα και οι ανατροπές στο σινεμά, συμβαίνουν σε ένα χρονικό σημείο ή μέσω ενός αφηγηματικού χτισίματος, που ναι μεν δεν τις περιμένεις αυτές καθαυτές, ψιλοπεριμένεις όμως ότι κάτι ανατρεπτικό θα συμβεί. Εδώ το ξάφνιασμα είναι πιο δομικό κι ο συναισθηματικός του αντίκτυπος πιο δύσκολα διαχειρίσιμος. 

Το “Sirāt” έχει ένα από τα πιο αξιομνημόνευτα ξεκινήματα ταινιών, ένα ξεκίνημα – εμπειρία. Τα τεράστια ηχεία εγκαθίστανται στην έρημο, ακούς το σούρσιμο του ενός πάνω στο άλλο, ακούς τον ήχο που κάνουν οι διακόπτες, μετά αρχίζεις να ακούς το εκκωφαντικό αλλά μαζί υπνωτιστικό ντάπα ντούπα της μουσικής του Κανγκντίνγκ Ρέι, μετά μπαίνεις για τα καλά στο rave πάρτι. Ο συνδυασμός είναι τριπλός: δεν είναι μόνο η μουσική και οι ουσίες, είναι και η έρημος ως τόπος και ως τοπίο, εντός του οποίου έχουν μπει τα ηχοσυστήματα. Εδώ δεν ενοχλείς κανέναν, εδώ δεν υπάρχουν κανόνες κοινής ησυχίας και ηχορύπανσης, εδώ δεν υπάρχουν περιορισμοί του πολιτισμού από τον οποίο προέρχεσαι, εδώ έχεις φέρει ένα κομμάτι του πολιτισμού από τον οποίο προέρχεσαι και με το οποίο παρτάρεις στην έρημο, εδώ το τριπάκι στο οποίο έχεις μπει είναι διαφορετικής τάξης, πιο έντονο, πιο βαθύ. Έχεις ταξιδέψει κάπου αλλού, βρίσκεσαι σε μια άλλη ήπειρο, εδώ όλο αυτό που σε περιβάλλει εκτοξεύει το φεύγα σου σε άλλα επίπεδα. Υπό μια οπτική, πρόκειται για ακόμη ένα είδος πολιτισμικής και φυλετικής κατάκτησης, πρόκειται για ακόμη ένα είδος αποικιοκρατίας. Σύμφωνοι, της λιγότερο επιθετικής, εκείνης που δεν προσπαθεί να απομυζήσει κάτι άλλο, δεν προσπαθεί να επιβληθεί σε κανέναν άλλο λαό, δεν προσπαθεί να σου πάρει πλουτοπαραγωγικές πηγές, δεν προσπαθεί να σου επιβάλλει τις δικές της αξίες. Το πνεύμα είναι αναχωρητικό παύλα διονυσιακό. Αλλά και πάλι είναι σαν αυτή η έρημος να τους ανήκει. Σαν να έχουν δικαιώματα επάνω της. Έστω και τα δικαιώματα του αναχωρητή, του αναχωρητή όχι μόνο από τους περιορισμούς του δικού τους πολιτισμού, αλλά και από μια γενικευμένη δυστοπία.

Το τέλος του κόσμου έχει έρθει εδώ και πολύ καιρό, θα πει κάποιος. Μεταφορικά μεν, αλλά νομίζω είμαστε σε μια χρονική συγκυρία που δεν μας ακούγεται τόσο ξένη μια τέτοια φράση. Κλείνουν το ραδιόφωνο όταν μεταδίδει τις κακές ειδήσεις, δεν θέλουν να ακούν για την πιθανότητα ενός Γ’ Παγκοσμίου. Χαριεντίζονται μεταξύ τους σαν μεγάλα παιδιά. Τουλάχιστον όμως έχουν επιλέξει να μην ζουν σαν μεγάλοι ενήλικοι, παγιδευμένοι στις νευρώσεις του δυτικού πολιτισμού και σε όσα έχει εκείνος αναγάγει ως θεμελιώδη προτάγματα. Δεν τους ενδιαφέρει να βγάλουν λεφτά, να αποκτήσουν φήμη, να εξασφαλιστούν. Τους ενδιαφέρει να τριπάρουν. Χορεύοντας και μαστουρώνοντας στην έρημο χάνουν τον εαυτό τους. Ή έρχονται σε επαφή με τις βαθύτερες πτυχές του. Κάποτε έκανε το ίδιο σε μια άλλη έρημο περπατώντας ο Τράβις του «Παρίσι, Τέξας». Η δική του φυγή όμως ήταν πιο ατομική και πολύ πιο συνδεδεμένη με μια προσωπική οδύνη. Εδώ οι ravers ψάχνουν να βρουν ένα νόημα ζωής μέσω ενός εναλλακτικού λάιφ στάιλ. Θα δούμε τους πιστούς ενός άλλου πολιτισμού να πηγαίνουν γύρω γύρω, αντίστροφα από τη φορά του ρολογιού, γύρω από την Κάαμπα, στο ιερό προσκύνημα στη Μέκκα. Θα ακούσουμε και τη μουσική που εκείνοι ακούνε στο δικό τους τριπάκι. Στη Δύση δεν υπάρχει πια Θεός. Στη Δύση τα τριπάκια και το νόημα ψάχνει να τα βρει κανείς όπου άλλου μπορεί. Κι όταν τον εμποδίζει και η ίδια η Δύση ως τόπος να το βρει, πηγαίνει σε άλλες ηπείρους. 

Είναι ύβρις τοπική και χρονική να φέρνεις το πάρτι σου σε ερήμους που δεν είναι δικές σου και ενώ ξεσπούν οι πόλεμοι; Μέχρι ποιο σημείο μπορείς να κλείσεις τα μάτια σου χορεύοντας στο τέλος του κόσμου; Μέχρι ποιο σημείο μπορείς να ζήσεις ως αναχωρητής εντός του κόσμου; Δεν ξέρω τι συσχετισμοί μπορούν να γίνουν, και όποιοι κι αν είναι δεν γίνεται να μην είναι επικίνδυνοι, δεν είμαι επίσης καθόλου σίγουρος ότι είχε και κάτι τέτοιο στο μυαλό του ο Όλιβερ Λάσε, παρόλα αυτά μου κάνει εντύπωση ότι στις αναλύσεις για την ταινία δεν βρήκα να γίνεται κάποιος υπαινιγμός για την επίθεση της Χαμάς την 7η Οκτωβρίου του 2023 στο Nova Music Festival.

Δίπλα στον Σέρχι Λόπεζ («Ο Λαβύρινθος του Πάνα», «Μια Πορνογραφική Σχέση» και πολλά άλλα) που υποδύεται τον πατέρα, οι ravers δεν είναι ηθοποιοί, αλλά είτε ravers οι ίδιοι, είτε πάντως άνθρωποι που υπηρετούν εναλλακτικά λάιφ στάιλ. Το πόσο φυσικά και πόσο καλά παίζουν είναι ένα ακόμη στοιχείο της ταινίας που σε κάνει να μένεις με το στόμα ανοιχτό. Γιατί δεν είναι κι ότι υποδύονται ακριβώς τον εαυτό τους. Η αυθεντικότητα που εκπέμπουν είναι μια αυθεντικότητα διαμεσολαβημένη από την υποκριτική. Είναι αποτέλεσμα εξαιρετικής επιλογής στο κάστινγκ; Είναι προϊόν μεθόδου δουλειάς; Eίναι κάτι που γίνεται λοιπόν; Σίγουρα δεν έχουμε όλοι τη φωνή για να τραγουδάμε, μήπως όμως υπό προϋποθέσεις θα μπορούσαμε όλοι να είμαστε πειστικοί ηθοποιοί; Επίσης, παρακολουθώντας την ταινία και όντας σίγουρος ότι πρόκειται για κανονικούς ηθοποιούς (μερικούς μάλιστα είχα πείσει τον εαυτό μου ότι τους έχω ξαναδεί πολλές φορές), θεώρησα ότι είναι εφέ το ξύλινο πόδι ενός και το κομμένο χέρι ενός άλλου, θεώρησα ότι πρόκειται για ένα εφέ που εξυπηρετεί έναν συμβολισμό. Ακόμη όμως κι αν υπάρχει εδώ ένας συμβολισμός από τη μεριά του Λάσε, νά που εδράζεται σε κάτι πολύ αληθινό. 

Διαβάζω ότι τα ηχεία στην έρημο θυμίζουν τους μονόλιθους του «2001» και το βρίσκω πολύ εύστοχο. Στο μυαλό μου επίσης έρχονται και τα μνημεία του «Τελευταίοι και Πρώτοι Άνθρωποι του Κόσμου» του Γιόχαν Γιόχανσον, μαζί με τον ρόλο της μουσικής και το εσχατολογικό βλέμμα. Ακόμα και το «Μεσοκαλόκαιρο» σκέφτομαι και τις δικές του αντιδιαστολές για το νόημα της ζωής στη δυτική και στην εναλλακτική κουλτούρα. Το σκέφτομαι βασικά σε σχέση με μια κρίσιμη ατάκα της Τζέιντ, που μπορεί σε πρώτη όψη να φαίνεται στο κόντεξτ της σκηνής που εκφέρεται πολύ εντυπωσιοθηρική, ωστόσο αν τη δεις υπό ένα συγκεκριμένο πρίσμα φωτίζει τα πράγματα εντελώς αλλιώς. Αλλά εν πάση περιπτώσει, μιλώντας για μια ταινία με την οποία κατεξοχήν πρέπει να συγκριθεί το “Sirāt“, δεν βρισκόμαστε στην εποχή του «Ζαμπρίσκι Πόιντ» του Αντονιόνι. Δεν βρισκόμαστε στην εποχή που οποιαδήποτε εναλλακτική κουλτούρα μπορούσε ακόμα να τεντώσει το μεσαίο δάχτυλο στην κυρίαρχη. Τώρα το μεσαίο δάχτυλο το τεντώνει, προς κάθε είδους κουλτούρα και κατεξοχήν προς την εναλλακτική, το τέλος του κόσμου, αν όχι ως πραγματικότητα, πάντως ως εσωτερικευμένη δυστοπία.

Το “Sirāt” είναι πολύ μεγάλη ταινία, όχι μόνο λόγω της οπτικοακουστικής και συναισθηματικής εμπειρίας που μας προσφέρει, αλλά επειδή αυτή η εμπειρία αφήνει στους θεατές περιθώρια ερμηνειών, ακόμα και προς εντελώς αντικρουόμενες μεταξύ τους κατευθύνσεις. Όχι γιατί δεν έχει τι να πει και σου λέει γέμισέ το εσύ με όσα κουβαλάς στο δικό σου κεφάλι, αλλά ακριβώς επειδή έχει μια πρώτη ύλη που σου επιτρέπει να τη δεις και έτσι και αλλιώς. Έτσι κάνει το μεγάλο σινεμά: σε δονεί όταν το βλέπεις και μετά σε αφήνει να το νιώθεις και να το σκέφτεσαι, να το σκέφτεσαι και να το νιώθεις. Όσο για τις ερμηνείες μας, είναι ο δικός μας δημιουργικός ρόλος ως θεατών που συζητάμε με την ταινία και για την ταινία, μόνοι μας, με φίλους ή δημοσίως. Προσπαθώντας να ερμηνεύσουμε τις ταινίες που βλέπουμε, φτιάχνουμε τις δικές μας ταινίες. Το “Sirāt” είναι πια για μένα μια πολύ δική μου ταινία. Εύχομαι να γίνει και δική σας.» (Κριτική του Old Boy για το ελculture.gr)

Σκηνοθεσία: Ολιβερ Λάσε Σενάριο: Σαντιάγκο Φιλόλ, Ολιβερ Λάσε Φωτογραφία: Μάουρο Χέρσε Μοντάζ: Κριστομπάλ Φερνάντεζ Μουσική: Κάνγκντινγκ Ρέι Πρωταγωνιστούν: Σερζί Λοπέζ, Μπρούνο Νιουνέζ, Αρζόνα Ρίτσαρντ Μπελαμί, Στεφανία Γκάντα, Τζόσουα Λιαμ Χέντερσον, Τονίν Ζανβιέρ, Τζέιντ Ουκίντ κ.ά. Διάρκεια: 114 λεπτά Γλώσσα: Ισπανική, γαλλική, αραβική με ελληνικούς υπότιτλους μόνο Παραγωγή: Ισπανία, Γαλλία, 2025


Ανακάλυψε περισσότερα από Κινηματογραφικη Λεσχη Λεμεσου

Εγγραφείτε για να λαμβάνετε τις τελευταίες αναρτήσεις στο email σας.